άβολος

[аволос] εκ. неудобный, затруднительный,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "άβολος" в других словарях:

  • ἄβολος — that has not shed his foal teeth masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άβολος — (I) ἄβολος, ον (Α) 1. (για το πουλάρι) αυτό που δεν έχει αλλάξει ακόμη τα πρώτα δόντια του 2. (για το γέρικο άλογο) αυτό που δεν αλλάζει πια δόντια. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀ στερ. + βολή < βάλλω]. (II) η, ο 1. αυτός που δεν παρέχει ευκολίες, ανέσεις, ο …   Dictionary of Greek

  • άβολος — η, ο αυτός που δεν προσφέρει βολή, άνεση: Το σπίτι ήταν μικρό κι άβολο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀβόλως — ἄβολος that has not shed his foal teeth adverbial ἄβολος that has not shed his foal teeth masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄβολον — ἄβολος that has not shed his foal teeth masc/fem acc sg ἄβολος that has not shed his foal teeth neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀβόλοις — ἄβολος that has not shed his foal teeth masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀβόλου — ἄβολος that has not shed his foal teeth masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀβόλους — ἄβολος that has not shed his foal teeth masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀβόλων — ἄβολος that has not shed his foal teeth masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄβολα — ἄβολος that has not shed his foal teeth neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.